ἑτεροσχημάτιστος

ἑτερο-σχημάτιστος, ον,
A differently formed: τὸ ἑ. change of grammatical form, as a figure of speech, Phoeb.Fig.1.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροσχημάτιστος — ἑτεροσχημάτιστος, ον (Α) 1. αυτός που είναι διαφορετικά σχηματισμένος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτεροσχημάτιστον η εναλλαγή γραμματικού τύπου ως ρητορικό σχήμα, όπως ενός ρήματος σε μετοχή ή μιας εγκλίσεως ρήματος σε άλλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * +… …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροσχημάτιστον — ἑτεροσχημάτιστος differently formed masc/fem acc sg ἑτεροσχημάτιστος differently formed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροσχηματίστῳ — ἑτεροσχημάτιστος differently formed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.